ΤριμΕφΘεσ 3127/2009

Πρόεδρος: Αντώνιος Τσαλαπόρτας.
Δικαστές: Δ. Περιστερίδου-Κωνσταντίνου, Θ. Γιατροπούλου.
Εισαγγελέας: Αχιλλέας Ζήσης.
Δικηγόροι: Ν. Ιωαννίδης – Β. Βασιλειάδης, Ε.Χατζηαργυρίου.

Επειδή η κρινόμενη έφεση έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθεί, πρέπει να γίνει
τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη.

Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο
δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και
των εγγράφων που νομίμως αναφέρονται, επικαλούνται και προσκομίζονται από
τους διαδίκους, στα πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και την απολογία του
κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα εξής:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α` ΠΚ, «Όποιος από αμέλεια
προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση
μέχρι τριών ετών». Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 28
ΠΚ, που προσδιορίζει την έννοια της αμέλειας, προκύπτει ότι για τη
στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η
διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ` αντικειμενική κρίση, την
απαιτούμενη προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε
υπό τις αυτές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τη
συνήθεια που κρατεί στις συναλλαγές και την κατά τη συνήθη πορεία των
πραγμάτων πείρα και λογική, και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε, με βάση τις
προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας
του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο
αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης που έχει προξενηθεί Επιπλέον, χρειάζεται και
αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην πράξη ή παράλειψη και το αποτέλεσμα που έχει
επέλθει ως συνέπεια της αμέλειας. Κατά τα κρατούντα στην επιστήμη και στη
νομολογία, υφίσταται ποινική ευθύνη του γιατρού για σωματική βλάβη από
αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση
από το γιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, που ανάγονται
στη διάγνωση της νόσου και τη θεραπευτική αγωγή και για τους οποίους δεν
μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η συμπεριφορά του δεν ήταν σύμφωνη με το
αντικειμενικά οφειλόμενο καθήκον επιμελείας (ΑΠ 1282/1994 ΠοινΧρον ΜΔ` 1138
επ., 1058/1995 ΠοινΧρον ΜΣΓ 486, ΑΠ 1135/1993 ΠοινΧρον ΜΓ 855, ΣυμβΕφΑιγαίου
48/1992 ΠοινΧρον ΜΓ 58, Σ. Κοτσιάνου, Η ιατρική ευθύνη, Β` έκδοση 1977, σελ.
76, Π. Επιβατιανού, Ιατρικό Δίκαιο, δεοντολογία και προβληματική, Β` έκδ.
1989, σελ. 19-20 και Α. Χαραλαμπάκη, Ιατρική ευθύνη και δεοντολογία, 1993,
σελ. 15). Ως προς το μέτρο της προσοχής (περίσκεψης) που απαιτείται από τον
ιατρό, παρατηρείται ότι το μέτρο της οφειλόμενης εκ των περιστάσεων
περίσκεψης του ιατρού είναι η προσοχή εκείνη που καταβάλλει συνήθως ο μέσος
ιατρός, όταν βρίσκεται μπροστά στις ίδιες ή παρόμοιες περιστάσεις υπό τις
οποίες βρέθηκε και ενήργησε ο κρινόμενος ιατρός (Κ. Καραγεωργίου, Η ποινική
εκτίμηση ιατροχειρουργικών επεμβάσεων, 1996, σελ. 35, και ΑΠ 1135/1993 επ.).

Το μέτρο για τον ειδικό ιατρό είναι διαφορετικό από εκείνο για τον μη ειδικό
ιατρό (ειδικευόμενο ή γενικό ιατρό), γιατί είναι λογικό να απαιτείται από τον
πρώτο να επιδείξει μεγαλύτερη περίσκεψη και να παράσχει περισσότερη φροντίδα
για τα περιστατικά της ειδικότητας του σε σχέση με τον μη ειδικό ιατρό (Κ.
Καραγεωργίου, σελ. 36). Ομως η επιμέλεια που πρέπει να καταβάλλει ο ιατρός
(κατά το μέτρο του μέσου ορθά εργαζόμενου ιατρού της ειδικότητας του)
προσδιορίζεται και από τη συγκεκριμένη ιατρική πράξη ή συγκεκριμένη
θεραπευτική ανάγκη. Στην ιατρική, κατ` αρχήν και κατά βάση, γίνεται αποδεκτό
το αξίωμα «δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς» και ότι οι κανόνες της
ιατρικής επιστήμης, ακόμη και οι θεμελιώδεις, δεν είναι απόλυτοι αλλά
σχετικοί, διατυ-πούμενοι με μόνο σκοπό τη συστηματοποίηση της γνώσης, γι`
αυτό σαφής και επιτακτική ανακύπτει η αξίωση να εξετάζονται τα δεδομένα της
επιστήμης πάντοτε σε σχέση και συνάρτηση με τις κατ` ιδίαν συνθήκες και
περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Αντικειμενικές συνθήκες για κάθε
ιατρικό περιστατικό πρέπει να χαρακτηριστούν τα ευρήματα και συμπτώματα
εκείνα επί του ασθενούς, τα οποία αποτελούν ερεθίσματα για τη βούληση και τη
νόηση του ιατρού, προς σπουδή και έρευνα του όλου περιστατικού, με βάση τις
μέχρι εκείνη τη στιγμή επιστημονικές γνώσεις και υπό το φως των πορισμάτων
της επιστήμης. Πάντως, στα εγκλήματα αμέλειας υιοθετείται πλέον από την
ελληνική θεωρία και νομολογία η άποψη, ότι πρέπει να βεβαιώνεται ως πρόσθετο
στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, η λεγόμενη «εξωτερική αμέλεια» (Μ.
Καϊάφα – Γκμπάντι Εξωτερική και εσωτερική αμέλεια, Ποινικό Δίκαιο 1994, σελ.
44 επ, 70 επ., της ίδιας, Η ποινική ευθύνη του αναισθησιολόγου στις
νευροχειρουργικές επεμβάσεις, ΝοΒ 37.872 επ., Χρ. Μυλωνοπούλου, Τα εκ του
αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα, 1984, σελ. 200 επ, Ε. Συμεω-νίδου –
Καστανίδου, Εγκλήματα κατά της ζωής, 1995, σελ. 526 επ, Α. Αποστολίδου,
Παρατηρήσεις στο ΣυμβΠλημΚοζάνης 51/1995, Υπέρ. 1996.867 επ. και τις εκεί
παραπομπές). Η πλειοψηφία των απόψεων που διατυπώθηκαν, σχετικά με το
περιεχόμενο της εξωτερικής αμέλειας, ταυτίζει αυτήν με την αντικειμενική
παραβίαση στους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες (εν προκειμένω της
ιατρικής επιστήμης) ή στις αντικειμενικές αξιώσεις επιμέλειας (Α.
Αποστολίδου, σελ. 868). Η κατάφαση της εξωτερικής αμέλειας και η επικάλυψη
της από την εσωτερική αμέλεια (ως μορφή υπαιτιότητας κατά το άρθρο 28 ΠΚ)
καθιστά στη συνέχεια αναγκαία την έρευνα του αντικειμενικού αιτιώδους
συνδέσμου ανάμεσα στην εξωτερική αμελή συμπεριφορά και το αποτέλεσμα.
Ακολουθώντας, λοιπόν, τη θεωρία για τη «φυσική ενότητα της πράξης», όπως
αναπτύχθηκε στην Ελλάδα από τον καθηγητή Ι. Μανωλεδάκη (βλ. Ποινικό Δίκαιο,
Επιτομή Γενικού Μέρους, έκδ. Β` 1989, σελ. 133 επ.). στο χώρο του εγκλήματος
της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ότι πράξη σωματικής κάκωσης ή βλάβης της
υγείας άλλου είναι, με την έννοια αυτή, εκείνη μόνον η αυτοκυβερνώμενη μυϊκή
ενέργεια, που απευθύνεται προς άλλον άνθρωπο, που γεννά επομένως μια
κοινωνική σχέση και που κατά τη λειτουργία της αυτή διαχέεται από το φορέα
της στο σώμα του ανθρώπου προς τον οποίο απευθύνεται και μετατρέπεται σε
προσβολή του εννόμου αγαθού της μορφικής και λειτουργικής ακεραιότητας του
ανθρωπίνου σώματος. Τούτο σημαίνει ότι η πράξη της σωματικής κάκωσης ή βλάβης
της υγείας άλλου υπάρχει όταν γίνεται από την πλευρά του δράστη μια μυϊκή
ενέργεια που θέτει όρους κινδύνου για το έννομο αγαθό, οι οποίοι εξελίσσονται
αυτοδύναμα στην προσβολή του. Όταν η ανθρώπινη ενέργεια δεν είναι κίνηση αλλά
μυϊκή αδράνεια, αυτή συνδέεται αιτιακά προς ένα αποτέλεσμα, όταν επιτρέπει τη
δημιουργία του από απλή αιτιακή ενέργεια, η οποία και μετατρέπεται σε
αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, η παράλειψη πρέπει να είναι παρούσα κατά τη
μετατροπή, η οποία και δεν θα πραγματοποιούνταν αν δεν της το επέτρεπε η
παράλειψη/Ετσι, η τελευταία αποτελεί αιτιακή συνθήκη της μετατροπής (Ε.
Συμεωνίδου – Καστανίδου, σελ. 538-539). Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι,
εφόσον η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι έγκλημα ουσιαστικό ή αποτελέσματος,
μπορεί να τελεστεί και με παράλειψη, όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15
ΠΚ, όταν δηλαδή ο δράστης δεν προβαίνει σε ενέργεια που έχει ιδιαίτερη νομική
υποχρέωση να κάνει και η παράλειψη αυτή αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την
παραγωγή του αποτελέσματος. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του
ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης
της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς απορρέει από το νόμο (Κώδικα Ιατρικής
Δεοντολογίας και άλλα νομοθετήματα) και από την εγγυητική θέση τούτου
απέναντι στην ασφάλεια της ζωής και της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς (με
κριτήριο την εγγύτητα της θέσης του προς την ανάσχεση του αποτελέσματος), που
δημιουργείται από προηγηθείσα παρακολούθηση (Δ. Χαραλαμπάκη, σελ. 22, Α.
Αποστολίδου, σελ. 867). Ευστόχως παρατηρείται (Ν. Λίβος, Παρατηρήσεις στο
ΣυμβΠλημΣερρών 118/1993 ΠοινΧρον ΜΓ1188) ότι ο νοσοκομειακός ιατρός με την
ενημέρωση του μετέστησε εαυτόν σε θέση εγγυητή και, κατά συνέπεια, πρέπει,
από του χρονικού αυτού σημείου και μετά, να προβαίνει στις δέουσες ενέργειες,
προκειμένου να αποτρέψει το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Καθίσταται σαφές, στην
περίπτωση αυτή, ότι στις υποχρεώσεις του ιατρού περιλαμβάνεται η άμεση
παρακολούθηση και η πυκνή εξέταση του ασθενούς (και όχι βέβαια η εξ
αποστάσεως ενημέρωση του), ώστε να μην υπάρχει ιατρικό σφάλμα, δηλαδή κακή
εκτίμηση των συμπτωμάτων και της γενικής κατάστασης του ασθενούς και κακή
επιλογή (ή καθυστερημένα χρονικά επιλογή) της θεραπευτικής παρέμβασης
(ΣυμΕφθεσ 712/2003 ΠοινΔικ 6.1056). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις
καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο δικαστήριο τούτο,
την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που
νομίμως αναφέρονται, επικαλούνται και προσκομίζονται από τους διαδίκους, στα
πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου στο
ακροατήριο αποδείχθηκαν τα εξής: Την 29.10.2002 η πολιτικώς ενάγουσα, άγουσα
τότε το 20ό έτος της ηλικίας της και περί ώρα 12 μ, υποβλήθηκε στο τμήμα
ωτορινολαρυγγολογίας του Γενικού Νοσοκομείου σε χειρουργική επέμβαση
αμυγδαλεκτομής, κατόπιν τοπικής αναισθησίας, από τον κατηγορούμενο χειρουργό
ωτορινολαρυγγολόγο, και με κατάσταση εισαγωγής «Συχνές προσβολές
αμυγδαλίτιδων, πάνω από 3 – 4 το χρόνο.

Κατά την εξέταση διαπιστώνεται εικόνα χρόνιας αμυγδαλίτιδος με υπερτροφία
2ου – 3ου βαθμού» (σχετ. αντίγραφο της κατάστασης εισαγωγής του νοσοκομείου).

Ακολούθως, στις 12.30 μ.μ., και αφού η επέμβαση ολοκληρώθηκε, μεταφέρθηκε
στο δωμάτιο της, με σημάδια αναπνευστικής δυσχέρειας και εμφάνιση μικρών
εξανθημάτων, της χορηγήθηκε δε, με εντολή ιατρού, φαρμακευτική αγωγή (500 mg
solu medrol κορτιζόνη ενδοφλεβίως) και τα συμπτώματα υποχώρησαν. 0 θεράπων
ιατρός της, νυν κατηγορούμενος, αφού εξέτασε την ασθενή, διαπίστωσε ότι αυτή
παρουσίαζε ομαλή μετεγχειρητική πορεία και την επόμενη ημέρα, 30.10.2002, της
χορήγησε εξιτήριο, με οδηγίες για αντιβιοτική αγωγή (amoxil) και παυσίπονη
αγωγή (gantil) και με σύσταση να υποβληθεί σε επανεξέταση μετά από την πάροδο
δεκαημέρου (σχετ. τα αντίγραφα του ιατρικού φακέλου της ΩΡΛ κλινικής του
νοσοκομείου), σύμφωνα με το υπ` αριθμ. 2838012.6.2007 ιατρικό σημείωμα του
διευθυντή της ΩΡΛ κλινικής κατά τον επανέλεγχο αυτόν που έγινε από τον Κ.Κ.
διαπιστώθηκε «μία μη καλή κινητικότητα της μαλθακής υπερώας με αποτέλεσμα η
ασθενής να παρουσιάζει ένρινη ομιλία και ανοικτή ρινολαλιά». Επειδή δε η
ανωτέρω κατάσταση παρατηρείται φυσιολογικά σε ορισμένα άτομα για μερικές
μέρες ή και εβδομάδες, λόγω περιορισμού της κινητικότητας της μαλθακής
υπερώας από τον πόνο ή και την αλλαγή των χώρων αντήχησης και επανέρχεται από
μόνη της, ο θεράπων ιατρός συνέστησε εκ νέου εξέταση μετά ΙΟήμερο. Κατά τη
δεύτερη αυτή επανεξέταση, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά από πέντε ημέρες από
τον ίδιο γιατρό, διαπιστώθηκε η ίδια κατάσταση, ήτοι της ανοικτής ρινολαλιάς,
οπότε ζητήθηκε η εξέταση της ασθενούς και από άλλους ιατρούς της κλινικής,
καθώς και από τον τότε διευθυντή της ΩΡΛ κλινικής.

Κατά την τελευταία αυτή εξέταση διαπιστώθηκε μία φυσιολογική επούλωση των
τραυμάτων της ασθενούς, με φυσιολογικές τις παρίσθμιες καμάρες, φυσιολογική
απόπτωση των μετατραυματικών εσχαρών χωρίς αιμορραγία και στοιχεία φλεγμονής,
καθώς και μια πάρεση, ανεπάρκεια κινητικότητας της μαλθακής υπερώας, με
αποτέλεσμα την ανοικτή ρινολαλιά. Συνεστήθη δε στην ασθενή να γίνουν: α`)
νευρολογική εξέταση, β`) ψυχολογική υποστήριξη, γ`) αξονική και μαγνητική
τομογραφία για αποκλεισμό κάποιας νευρολογικής πάθησης και δ`) οπωσδήποτε
λογοθεραπεία. Από τα ανωτέρω η νευρολογική εξέταση της ασθενούς
πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα, όπου διαπιστώθηκε πάρεση των μυών της
μαλθακής υπερώας, ενώ οι λοιπές εξετάσεις προγραμματίστηκαν να γίνουν μετά
από δέκα ημέρες, εντούτοις η ασθενής δεν προσήλθε στο συγκεκριμένο ραντεβού.
Εξάλλου, ο Τ, διευθυντής της ΩΡΛ κλινικής, δήλωσε μεταξύ άλλων, εξεταζόμενος
ενόρκως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι εξέτασε την ασθενή, περίπου
μετά την πάροδο 15νθημέρου από την επέμβαση, όπου διαπίστωσε ότι αυτή είχε
πράγματι δυσκολία στην άρθρωση του λόγου (ανοικτή ρινολαλιά), λόγω παρέσεως
της μαλθακής υπερώας, επειδή δε στις περιπτώσεις αυτές δεν ενδείκνυται άμεση
διορθωτική επέμβαση, συνέστησε την εξέταση της ασθενούς από ειδικό
λογοθεραπευτή, ώστε να βελτιωθεί το πρόβλημα της δυσκολίας της άρθρωσης και
κατέληξε ότι η ενλόγω πάρεση αναφέρεται ως επιπλοκή μιας τυπικά γενόμενης
αμυγδαλεκτομής, σε ποσοστό 1 στις 10.000 των περιπτώσεων και δεν οφείλεται σε
αβλεψία ή παράλειψη του χειρουργού ιατρού. Τέλος, ο θεράπων ιατρός της της
συνέστησε λογοθεραπεία, για τη βελτίωση του τρόπου ομιλίας της και με την από
13.12.2002 ιατρική γνωμάτευση του βεβαίωσε ότι «μετά την επέμβαση
παρατηρείται υπαισθησία πιθανότατα του γλωσσοφαρυγγικού νεύρου δεξιά, με
αποτέλεσμα να υπάρχει ανοικτή ρινολαλιά. Είναι απαραίτητη η λογοθεραπεία».

Ενόψει και της ανωτέρω βεβαιώσεως, η αρμόδια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ,
με την υπ` αριθμ. 21/3.3.2003 γνωμάτευση της, ενέκρινε στην ενάγουσα δίμηνη
λογοθεραπεία σε 30 συνεδρίες, για το χρονικό διάστημα από 3.3.2003 έως
5.5.2003 και με διάγνωση πάθησης «μετεγχειρητική πάρεση υπερώας – επέμβαση
αμυγδαλεκτομής, κατόπιν υποδείξεως του νυν κατηγορουμένου χειρουργού ιατρού,
ο οποίος έκρινε ότι ήταν απαραίτητη, ενόψει του ιατρικού ιστορικού της
(χρόνια αμυγδαλίτιδα) και τη διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για μια απλή επέμβαση
«ρουτίνας», χωρίς κανένα κίνδυνο επιπλοκής. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω
ιατρός τη διαβεβαίωσε, μετά το πέρας της επέμβασης, ότι αυτή σημείωσε
επιτυχία, παρά τη δυσχέρεια που εμφάνιζε στον τρόπο ομιλίας της, καθόσον
ευθύς αμέσως μετά την επέμβαση αδυνατούσε να ομιλήσει φυσιολογικά και να
γίνεται αντιληπτή από το περιβάλλον της, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της
ομιλίας της δεν λάμβανε χώρα το κλείσιμο του ρινοφάρυγγα από το
στοματοφάρυγγα, ήτοι μιλούσε από τη μύτη. Η μειωμένη αυτή κινητικότητα της
μαλακής υπερώας και η εντεύθεν εμφάνιση ανοιχτής ρινολαλιάς οφείλεται
αποκλειστικά σε αμέλεια του κατηγορουμένου, που επέδειξε κατά την
προαναφερθείσα χειρουργική επέμβαση, ήτοι στην έλλειψη της προσήκουσας από
αυτόν προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, με αξιόποινο
αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τους χειρισμούς του
ειδικού χειρουργικού εργαλείου της αμυγδαλεκτομής, έπληξε (εσφαλμένος
χειρισμός) τον κορμό του γλωσσοφαρυγγικού νεύρου της παθούσας, με συνέπεια τη
μειωμένη κινητικότητα της μαλθακής υπερώας. Ο χρόνος εμφάνισης της
γλωσσοφαρυγγικής ανεπάρκειας δεν αμφισβητείται, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω,
ότι συμπίπτει με την αμυγδαλεκτομή ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Οι
πραγματογνώμονες ιατροί όμως (ομάδα αποτελούμενη από τους καθηγητές… στην
από 24.4.2004 ιατρική πραγματογνωμοσύνη που έλαβε ώρα μετά την παρέλευση δύο
σχεδόν ετών από τη διενέργεια της αμυγδαλεκτομής, χρόνος αρκετός που να τους
εμποδίζει στην κατάληξη ασφαλών συμπερασμάτων, αναφέρουν ότι «διαταραχή της
λειτουργίας της μαλθακής υπερώας μετά από αμυγδαλεκτομή μπορεί να εμφανιστεί
στις παρακάτω περιπτώσεις: 1. Σε διήθηση του γλωσσοφαρυγγικού νεύρου κατά την
τοπική αναισθησία ή ισχαιμική βλάβη του νεύρου από το τοπικό αναισθητικό
μονόπλευρα. 2. εγχειρητική επέμβαση επί του χείλους της μαλθακής υπερώας. 3.
Ανάπτυξη ουλωδών ινώσεων στον άνω τομέα των παρισθμίων καμάρων, οι οποίες
έλκουν και τείνουν τη μαλθακή υπερώα». Και ενώ οι πραγματογνώμονες αναφέρουν
τις ενλόγω διάφορες αιτίες διαταραχής της λειτουργίας της μαλακής υπερώας
μετά από αμυγδαλεκτομή, καταλήγουν σε συμπέρασμα, το οποίο όμως ουδόλως
διαφωτίζει την κρίση του δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι η διαταραχή της
λειτουργίας της μαλθακής υπερώας στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε
διάφορες αιτίες, εκτός από την ιατρική αμέλεια. Διαφωτιστική όμως στη
συγκεκριμένη περίπτωση είναι η από 4.4.2007 ιατρική γνωμάτευση του ΩΡΛ Ρ.
Scott, σύμφωνα με την οποία «… Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η κυρία (δηλαδή
η παθούσα) έχει γλωσσοφαρυγγική ανεπάρκεια (VPI). Ο χρόνος που έλαβε χώρα
αυτή η γλωσσοφαρυγγική ανεπάρκεια συμπίπτει με την αμυγδαλεκτομή της, γεγονός
που σημαίνει ότι πιθανόν αντιπροσωπεύει είτε ζημία κατά την επέμβαση στη
φαρυγγική κοιλότητα, που έχει ημιτελώς θεραπεύσει, ή ανάπτυξη ουλώδους ιστού
που ενώνει τη μαλακή υπερώα και δεν επιτρέπει στο γλωσσοφαρυγγικό ιστίο να
κλείνει και οδηγεί στα συμπτώματα που την ενοχλούν. Επομένως, εφόσον
αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, εξαιτίας
λανθασμένων χειρισμών του κατά την επέμβαση και κατά παράβαση των κοινώς
παραδεδεγμένων κανόνων της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, προκάλεσε
ιατρογενείς κακώσεις πέραν του φυσιολογικού στην περιοχή του στοματοφάρυγγα
της παθούσας και συγκεκριμένα ότι κατά τους χειρισμούς του ειδικού
χειρουργικού εργαλείου της αμυγδαλεκτομής έπληξε τον κορμό του
γλωσσοφαρυγγικού νεύρου της ασθενούς, με συνέπεια τη μειωμένη κινητικότητα
της μαλθακής υπερώας αυτής και εξαιτίας αυτού την επί μακρόν εμφάνιση
ανοιχτής ρινολαλιάς κατά την ομιλία και την αντήχηση της φωνής της (κατά
μερική μετατροπή της κατηγορίας, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο,
ότι απέκοψε μεγαλύτερο του θεραπευτικώς επιβαλλόμενου τμήματος στο
εγχειρητικό πεδίο, με αποτέλεσμα να προξενήσει κινητική βλάβη και αισθητική
παράλυση της μαλθακής υπερώας και των παρισθμίων καμάρων (της πρόσθιας και
οπίσθιας καμάρας), δεδομένου ότι η μετατροπή αυτή των περιστατικών όχι μόνον
επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται ενόψει της δυναμικής της δικαστικής απόφασης
(ΑΠ 1065-6/2003 δημ. Νόμος κλπ.) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το
συγκεκριμένο αδίκημα που του αποδίδεται, σύμφωνα με το διατακτικό της
παρούσας.